02/ 11/ 1991 | Philips CD-i Η multimedia επανάσταση που δεν ήρθε ποτέ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, 2 Νοεμβρίου 1991, βρισκόμαστε στις πρώτες ημέρες της εμπορικής πορείας του Philips CD-i (Compact Disc Interactive), ενός από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα της Philips στον χώρο της οικιακής ψηφιακής ψυχαγωγίας. Μια συσκευή που φιλοδοξούσε να συνδυάσει μουσική, εκπαιδευτικό λογισμικό, διαδραστικές εφαρμογές, βίντεο και παιχνίδια, με επίκεντρο το CD-ROM. Το πρόβλημα; Η Philips δεν κατάφερε ποτέ να αποφασίσει αν ήθελε να πουλήσει μια παιχνιδομηχανή, έναν multimedia υπολογιστή ή μια εξελιγμένη συσκευή για το σαλόνι. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ιδιαίτερο σύστημα με ενδιαφέρουσες δυνατότητες, αλλά και μια ταυτότητα που συχνά μπέρδευε το κοινό.

Το Philips CD-i σχεδιάστηκε ως συσκευή οικιακής ψυχαγωγίας, προορισμένη να βρίσκεται στο σαλόνι, δίπλα στην τηλεόραση και το στερεοφωνικό.
Η ιστορία του CD-i ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η Philips και η Sony, δύο από τις εταιρείες που είχαν πρωταγωνιστήσει στην ανάπτυξη των οπτικών δίσκων, συνεργάστηκαν για τη δημιουργία ενός νέου προτύπου, γνωστού ως Compact Disc Interactive. Στόχος ήταν να αξιοποιηθεί η μεγάλη χωρητικότητα του CD όχι μόνο για μουσική, αλλά και για συνδυασμό ήχου, εικόνας, κειμένου, γραφικών, animation και διαδραστικού περιεχομένου.
Το CD-i βασίστηκε στο πρότυπο Green Book και χρησιμοποιούσε το λειτουργικό σύστημα CD-RTOS, το οποίο βασιζόταν στο OS-9 της Microware. Η ιδέα ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξη: ένας απλός χρήστης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη συσκευή χωρίς να χρειάζεται γνώσεις υπολογιστών, αξιοποιώντας ένα τηλεχειριστήριο με ενσωματωμένο trackball για την πλοήγηση στην οθόνη.
Το CD-i δεν ήταν το πρώτο οικιακό σύστημα που επιχείρησε να συνδυάσει οπτικό δίσκο και ψηφιακή ψυχαγωγία. Είχε προηγηθεί το Commodore CDTV, το οποίο είχε παρουσιαστεί το 1991. Η Philips, όμως, ήθελε να δημιουργήσει ένα ευρύτερο οικοσύστημα, με εφαρμογές για ολόκληρη την οικογένεια και όχι απλώς μια συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων.
Το αμερικανικό λανσάρισμα πραγματοποιήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1991, σε μια εντυπωσιακή εκδήλωση στο ιστορικό Ed Sullivan Theater της Νέας Υόρκης, με παρουσιαστή τον τηλεοπτικό παραγωγό Dick Clark. Η πρώτη καταναλωτική συσκευή που προωθήθηκε στην αμερικανική αγορά ήταν το Philips/Magnavox CD-i 910. Η εμπορική διάθεση ακολούθησε μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του 1991, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά υποδέχθηκε το σύστημα το 1992.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του CD-i ήταν η θέση του στην αγορά των παιχνιδιών. Η Philips δεν ήθελε αρχικά να το παρουσιάσει ως άμεσο ανταγωνιστή των Sega Mega Drive και Nintendo SNES. Προτιμούσε να το τοποθετήσει ως μια συσκευή multimedia και οικογενειακής ψυχαγωγίας. Ωστόσο, οι δυνατότητές του για παιχνίδια ήταν υπαρκτές και η εταιρεία επιχείρησε αργότερα να προσεγγίσει πιο ενεργά το κοινό των gamers.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια έπαιξε η συμφωνία με τη Nintendo. Οι δύο εταιρείες είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν για την ανάπτυξη ενός CD-ROM συστήματος για το Super Nintendo, μετά την περιπετειώδη εξέλιξη της προηγούμενης συνεργασίας Nintendo-Sony. Το σχέδιο δεν προχώρησε τελικά, όμως η συμφωνία επέτρεψε στη Philips να χρησιμοποιήσει ορισμένους χαρακτήρες της Nintendo σε παιχνίδια για το CD-i.
Έτσι, κυκλοφόρησαν ένα παιχνίδι με τον Mario και τρία παιχνίδια βασισμένα στο σύμπαν του Zelda. Δεν επρόκειτο για παραγωγές της Nintendo, αλλά για τίτλους που αναπτύχθηκαν από τρίτες εταιρείες στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας. Με την πάροδο των χρόνων, ορισμένα από αυτά απέκτησαν διαβόητη φήμη για την ποιότητα των γραφικών, των κινήσεων και των σκηνών τους.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, δεν ήταν μόνο η ποιότητα των παιχνιδιών. Το CD-i δεν είχε την ισχυρή υποστήριξη μεγάλων εταιρειών ανάπτυξης που απολάμβαναν οι καθιερωμένες παιχνιδομηχανές. Υπήρχαν αξιόλογες εξαιρέσεις, όπως το The 7th Guest, που κυκλοφόρησε για το CD-i το 1993. Το παιχνίδι αξιοποιούσε προ-rendered τρισδιάστατα γραφικά, βίντεο και ηχητικά εφέ, δημιουργώντας μια ατμοσφαιρική εμπειρία μυστηρίου. Ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα του είδους των εφαρμογών που μπορούσε να υποστηρίξει το CD-ROM, χωρίς όμως να αρκεί από μόνο του για να αλλάξει την εμπορική πορεία της πλατφόρμας.

CD-i players κατασκεύασαν και άλλες εταιρείες. Στη φωτογραφία, μοντέλο της σειράς 400 από τη Magnavox.
Ακόμη και ως συσκευή multimedia, το CD-i είχε περιορισμούς. Μπορούσε να αναπαράγει μουσικά CD, CD+G και διαδραστικούς δίσκους CD-i, ενώ υπήρχαν εφαρμογές για καραόκε, εκπαίδευση, εγκυκλοπαίδειες και παρουσιάσεις. Ωστόσο, η αναπαραγωγή πλήρους κινούμενου βίντεο σε μορφή Video CD (VCD) απαιτούσε πρόσθετο εξοπλισμό.
Για τον σκοπό αυτό, η Philips ανέπτυξε το Digital Video (DV) Cartridge, ένα πρόσθετο module που τοποθετούνταν στην ειδική υποδοχή του CD-i. Το cartridge περιλάμβανε κυκλώματα αποκωδικοποίησης MPEG-1 και πρόσθετη μνήμη, επιτρέποντας την αναπαραγωγή πλήρους οθόνης και κινούμενου βίντεο. Ορισμένα μεταγενέστερα μοντέλα ενσωμάτωσαν απευθείας τις σχετικές δυνατότητες, χωρίς να χρειάζονται ξεχωριστό cartridge.
Η Philips προσπάθησε να καλύψει διαφορετικές ανάγκες με πολλές σειρές συσκευών. Δεν υπήρχε ένα μόνο CD-i, αλλά μια ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, από απλές οικιακές συσκευές μέχρι φορητά και επαγγελματικά συστήματα ανάπτυξης λογισμικού.
- CD-i 200: Η βασική καταναλωτική σειρά, με μοντέλα όπως τα 205, 210 και 220. Σχεδιάστηκε για οικιακή χρήση και διατέθηκε μέσα από καταστήματα ηλεκτρονικών ειδών. Στην αμερικανική αγορά κυκλοφόρησαν και μοντέλα με την επωνυμία Magnavox.
- CD-i 300: Η σειρά επαγγελματικών και φορητών συστημάτων, με μοντέλα όπως τα 310, 350, 360 και 370. Απευθυνόταν κυρίως σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες, για παρουσιάσεις και εφαρμογές multimedia. Ορισμένα μοντέλα διέθεταν ενσωματωμένη οθόνη, ενώ άλλα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με ειδικά περιφερειακά.
- CD-i 400: Η πιο προσιτή και σχεδιαστικά ανανεωμένη σειρά, με μοντέλα όπως τα 450, 470 και 490. Είχε πιο έντονο προσανατολισμό στην οικιακή ψυχαγωγία, την εκπαίδευση και τα παιχνίδια.
- CD-i 600: Η επαγγελματική σειρά, με μοντέλα όπως τα 601, 602, 604, 605, 615, 660 και 670. Απευθυνόταν κυρίως σε developers και επιχειρήσεις, με δυνατότητες σύνδεσης περιφερειακών όπως πληκτρολόγια και μονάδες δισκέτας, καθώς και εργαλεία ανάπτυξης και αποσφαλμάτωσης εφαρμογών.
Εκτός από τη Philips, CD-i συσκευές κατασκεύασαν ή διέθεσαν και άλλες εταιρείες. Ανάμεσά τους συναντάμε τις Magnavox, GoldStar, Grundig, Kyocera και Sony, ενώ υπήρξαν και πιο ιδιαίτερες υλοποιήσεις, όπως τηλεοράσεις και στερεοφωνικά συστήματα με ενσωματωμένη λειτουργία CD-i. Η συνεργασία με άλλους κατασκευαστές ήταν μέρος της αρχικής φιλοδοξίας για ένα ανοιχτότερο οικοσύστημα συσκευών.
Η εμπορική πορεία του CD-i δεν δικαίωσε τις προσδοκίες της Philips. Η συσκευή βρέθηκε ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους: από τη μία, τις καθιερωμένες παιχνιδομηχανές με ισχυρή υποστήριξη παιχνιδιών και από την άλλη, τους υπολογιστές που προσέφεραν μεγαλύτερη ευελιξία στις εφαρμογές multimedia. Το 3DO και το Sega CD έκαναν ακόμη πιο δύσκολη τη θέση του, ενώ η άφιξη του Sony PlayStation το 1994 στην Ιαπωνία και το 1995 στη Βόρεια Αμερική ανέβασε ακόμη περισσότερο τον πήχη στα τρισδιάστατα γραφικά και στα παιχνίδια που αξιοποιούσαν τα CD-ROM.
Η παραγωγή και η εμπορική διάθεση των CD-i συσκευών συνεχίστηκαν σε διαφορετικές αγορές και επαγγελματικές κατηγορίες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Η κατασκευή της τελευταίας μεγάλης παρτίδας επαγγελματικών μοντέλων ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1999. Οι συνολικές πωλήσεις συχνά αναφέρονται σε εκατοντάδες χιλιάδες συσκευές, χωρίς να υπάρχει ένας ενιαίος και απολύτως επιβεβαιωμένος αριθμός για όλες τις εκδόσεις και τις αγορές.
Το Philips CD-i δεν έγινε ποτέ η συσκευή που θα αντικαθιστούσε τις παιχνιδομηχανές ή τους προσωπικούς υπολογιστές. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσπάθειας να μεταφερθεί η διαδραστική ψηφιακή ψυχαγωγία στο σαλόνι, πριν ακόμη το Internet και οι σύγχρονες multimedia συσκευές γίνουν καθημερινότητα. Μια παράξενη, ενδιαφέρουσα και σήμερα απολαυστικά νοσταλγική σελίδα της τεχνολογικής ιστορίας.
Philips CD-i – Τεχνικά Χαρακτηριστικά
- Επεξεργαστής: Philips SCC68070, αρχιτεκτονικής 16/32-bit, συγγενικός με τον Motorola 68000, στα 15,5 MHz
- Μνήμη συστήματος: 1 MB RAM (βασική διαμόρφωση)
- Ελεγκτής γραφικών/βίντεο: Philips SCC66470 VSC ή μεταγενέστερο MCD 212, ανάλογα με την έκδοση
- Μνήμη βίντεο: Η διαχείριση εικόνας βασίζεται σε ειδικά κυκλώματα και στη διαθέσιμη μνήμη του συστήματος· οι διαμορφώσεις διαφέρουν ανά μοντέλο
- Γραφικά: Έως 16,7 εκατομμύρια διαθέσιμα χρώματα, με έως 32.768 χρώματα ταυτόχρονα σε συγκεκριμένες λειτουργίες απεικόνισης
- Ήχος: Philips MCD221, με υποστήριξη ADPCM και στερεοφωνικού ήχου
- Μέσο αποθήκευσης: CD-ROM μονής ταχύτητας (1x)
- Λειτουργικό σύστημα: CD-RTOS, βασισμένο στο Microware OS-9
- Αναπαραγωγή Video CD: Με πρόσθετο Digital Video Cartridge ή ενσωματωμένο αποκωδικοποιητή σε ορισμένα μοντέλα

Αφήστε μια απάντηση