16/ 10/ 1989 | AMSTRAD PC20 / SINCLAIR PC200
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 16 Οκτωβρίου 1988, η Amstrad παρουσιάζει έναν από τους τελευταίους υπολογιστές που θα έφεραν το όνομα της Sinclair: τον Sinclair PC200. Στόχος ήταν να μεταφερθεί η εμπειρία του συμβατού με IBM PC υπολογιστή στο σπίτι, με τιμή που θα προσέγγιζε τις 300 λίρες. Στα χαρτιά, η ιδέα έμοιαζε ενδιαφέρουσα. Στην πράξη, όμως, ο PC200 δυσκολεύτηκε να βρει τη θέση του σε μια αγορά όπου οι οικιακοί υπολογιστές είχαν ήδη εξελιχθεί σημαντικά.
Ένας IBM PC για το σαλόνι;
Το 1988 η Amstrad επιχείρησε να συνδυάσει δύο διαφορετικούς κόσμους: τη συμβατότητα με το πρότυπο IBM PC και την απλότητα ενός οικιακού υπολογιστή. Ο Sinclair PC200 βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη σχεδιαστική φιλοσοφία των φορητών Amstrad PPC, αλλά χωρίς την ενσωματωμένη οθόνη LCD που χαρακτήριζε εκείνα τα συστήματα.
Με άλλα λόγια, επρόκειτο για έναν επιτραπέζιο υπολογιστή με προσανατολισμό στην οικιακή χρήση, ο οποίος αξιοποιούσε το hardware της οικογένειας PPC. Διέθετε μνήμη RAM 512 KB και μονάδα δισκέτας 3,5 ιντσών, ενώ η σχεδίασή του στόχευε σε μια σχετικά οικονομική είσοδο στον κόσμο των συμβατών PC.
Το πρόβλημα ήταν πως, παρά την προσιτή τιμή του, δεν προσέφερε τα πλεονεκτήματα που θα περίμενε κανείς είτε από έναν υπολογιστή IBM PC είτε από ένα σύγχρονο home computer.

Amstrad PC20 / Sinclair PC200: ένας υπολογιστής που προσπάθησε να συνδυάσει τη συμβατότητα IBM PC με την οικιακή χρήση.
Η ίδια βασική ιδέα προωθήθηκε και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή τη φορά με το λογότυπο της Amstrad, ανοιχτόχρωμο περίβλημα αντί για το μαύρο του ευρωπαϊκού μοντέλου και την ονομασία PC20.
Αδύναμος απέναντι στον ανταγωνισμό
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του PC200 ήταν ότι έφτασε σε μια αγορά όπου οι 16μπιτοι οικιακοί υπολογιστές είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρή παρουσία. Μηχανήματα όπως ο Atari ST προσέφεραν έγχρωμα γραφικά, πλούσιο λογισμικό και δυνατότητες που είχαν ήδη προσελκύσει μια μεγάλη βάση χρηστών.
Ο PC200, αντίθετα, βασιζόταν σε έναν επεξεργαστή της κατηγορίας Intel 8086, με περιορισμένες δυνατότητες γραφικών και απλό ήχο από ενσωματωμένο beeper. Η λειτουργία CGA σε ανάλυση 320×200 pixels περιόριζε την εικόνα σε μόλις τέσσερα ταυτόχρονα χρώματα, ενώ η λειτουργία υψηλότερης ανάλυσης 640×200 χρησιμοποιούσε ακόμη πιο περιορισμένη χρωματική απεικόνιση.
Για όσους αναζητούσαν έναν υπολογιστή κυρίως για παιχνίδια, η σύγκριση με τις προτάσεις της εποχής δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή. Οι Atari ST και Amiga είχαν ήδη καθιερώσει υψηλότερες προσδοκίες σε γραφικά και ήχο, ενώ η αγορά των συμβατών PC προχωρούσε επίσης προς ισχυρότερα συστήματα.
Ο PC200 δεν κατάφερνε να προσφέρει ούτε την καλύτερη εμπειρία ενός οικιακού υπολογιστή ούτε τις δυνατότητες επέκτασης που θα περίμενε κανείς από ένα επιτραπέζιο PC.
Περιορισμένη επεκτασιμότητα
Ένα ακόμη μειονέκτημα ήταν η δυνατότητα επέκτασης. Παρότι το σύστημα διέθετε δύο υποδοχές επέκτασης, η αξιοποίησή τους δεν ήταν ιδιαίτερα πρακτική, καθώς απαιτούσε να παραμένει ανοικτό το πλαστικό περίβλημα του υπολογιστή.
Επιπλέον, δεν υπήρχε εύκολη δυνατότητα προσθήκης εσωτερικού σκληρού δίσκου. Για έναν υπολογιστή που επιχειρούσε να αξιοποιήσει το οικοσύστημα του IBM PC, αυτοί οι περιορισμοί περιόριζαν σημαντικά την ευελιξία του.
Η συμβατότητα με το λογισμικό των PC αποτελούσε ασφαλώς ένα πλεονέκτημα, αλλά από μόνη της δεν αρκούσε για να αντισταθμίσει τις αδυναμίες του hardware και της σχεδίασης.
Τηλεόραση και συνοδευτικό λογισμικό
Δεν ήταν, ωστόσο, όλα αρνητικά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του ευρωπαϊκού Sinclair PC200 ήταν η δυνατότητα σύνδεσης σε τηλεόραση. Έτσι, ο χρήστης μπορούσε να αξιοποιήσει μια τηλεοπτική συσκευή αντί να χρειαστεί να αγοράσει εξαρχής ξεχωριστό μόνιτορ.
Για όσους προτιμούσαν ειδική οθόνη, η Amstrad διέθετε προαιρετικό ασπρόμαυρο μόνιτορ, με πρόσθετο κόστος. Η δυνατότητα χρήσης τηλεόρασης ταίριαζε στη φιλοσοφία της οικιακής χρήσης, αν και δεν αρκούσε για να αντισταθμίσει τους υπόλοιπους περιορισμούς του συστήματος.
Ένα ακόμη θετικό στοιχείο ήταν το συνοδευτικό λογισμικό. Η Amstrad παρείχε το λειτουργικό σύστημα MS-DOS 3.3 και το γραφικό περιβάλλον GEM, μαζί με εφαρμογές οργάνωσης και παραγωγικότητας. Το GEM προσέφερε μια πιο οπτική προσέγγιση στη χρήση του υπολογιστή, με περιβάλλον που θύμιζε τη φιλοσοφία άλλων συστημάτων της εποχής.
Το πακέτο αυτό έδινε στον χρήστη τη δυνατότητα να ξεκινήσει να εργάζεται χωρίς να χρειαστεί να αναζητήσει αμέσως πρόσθετο λογισμικό. Παρ’ όλα αυτά, τα πλεονεκτήματα αυτά δεν ήταν αρκετά για να κάνουν τον PC200 ανταγωνιστικό απέναντι στα πιο καθιερωμένα home computers.
AMSTRAD PC20 / SINCLAIR PC200 – Τεχνικά χαρακτηριστικά
- Επεξεργαστής: 16μπιτος NEC V30 ή Intel 8086, στα 8 MHz
- Μνήμη RAM / ROM: 512 KB RAM / 16 KB ROM
- Γραφικά: CGA / MDA, 64 KB μνήμης βίντεο, αναλύσεις 320×200 και 640×200 pixels
- Χρώματα: Έως 4 ταυτόχρονα χρώματα στη λειτουργία CGA 320×200
- Ήχος: Ενσωματωμένο beeper
- Μονάδα δισκέτας: 3,5 ιντσών, χωρητικότητας 720 KB
- Θύρες: Έξοδος τηλεόρασης, RGB, παράλληλη, RS-232, δύο υποδοχές ISA 8 bit, joystick και mouse
- Λειτουργικό σύστημα: MS-DOS 3.3, GEM
Μια ιδέα που δεν βρήκε το κοινό της
Ο Sinclair PC200 ήταν μια προσπάθεια να μεταφερθεί ο κόσμος των συμβατών PC στο σπίτι, σε μια εποχή κατά την οποία οι οικιακοί υπολογιστές είχαν ήδη αποκτήσει τη δική τους ταυτότητα. Η σύνδεση με την τηλεόραση και το συνοδευτικό λογισμικό ήταν ενδιαφέρουσες επιλογές, αλλά το περιορισμένο hardware, τα γραφικά και η επεκτασιμότητα δυσκόλεψαν την εμπορική του πορεία.
Η Amstrad προσπάθησε να αξιοποιήσει το όνομα Sinclair και να προτείνει έναν οικονομικό υπολογιστή για το σπίτι. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν κατάφερε να ανταγωνιστεί πειστικά ούτε τους καθιερωμένους 16μπιτους home computers ούτε τις πιο ευέλικτες προτάσεις της αγοράς PC.
Σήμερα, ο PC200 παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο δύσκολο ήταν να βρεθεί η σωστή ισορροπία ανάμεσα στο κόστος, τη συμβατότητα και τις δυνατότητες ενός οικιακού υπολογιστή στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Retrocity – Εδώ που φορτώνουν οι αναμνήσεις. Από τη μνήμη στην οθόνη!

Αφήστε μια απάντηση